ερι-

(I)
ἐρι- (Α)
αχώριστο μόριο (όπως το αρι-) που επιτείνει την έννοια τών λέξεων στις οποίες προστίθεται ως α’ συνθετικό (π.χ. α. εριαυγής
πάρα πολύ λαμπρός, φωτεινότατος
β. ερίτιμος
πολύτιμος, εντιμότατος
γ. εριβρεμέτης* αυτός που βροντάει ισχυρά, αυτός που βρυχάται δυνατά κ.λπ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Επιτ. πρόθημα που απαντά ήδη στον Όμηρο και σπανιότερα στους λυρικούς και στην τραγωδία. Η υπόθεση ότι το ερι- συνδέεται με το ρ. όρνυμι* παραμένει αναπόδεικτη. Το πρόθημα ερι- εμφανίζεται σε αρκετά σύνθετα που δηλώνουν ήχο, κρότο ή ύψος, σημασιολογικά δε συνδέεται με το επιτ. πρόθημα αρι-.
ΣΥΝΘ. ερίτιμος
αρχ.
εριαυγής, εριαχθής, εριβόας, ερίβομβος, εριβρεμέτης, εριβρεμής, εριβριθής, ερίβρομος, ερίβρυχος, εριβώλαξ, εριγάστωρ, ερίγδουπος, εριγηθής, ερίγληνος, ερίδηλος, εριδινής, ερίδματος, ερίδουπος, ερίδωρος, ερίζωος, εριήκοος, εριηχής, εριθαλής, ερίθαλλος, εριθηλής, ερίθηλος, ερίθυμος, ερικλάγκτης, ερίκλαυστος, ερικλυτός, ερίκνημος, ερικτέανος, ερίκτυπος, ερικυδής, ερικύμων, εριλαμπής, εριμύκης, ερίμυκος, ερίολβος, ερίπλευρος, ερίπνους, εριπτοίητος, ερισθενής, ερισμάραγος, ερίσπορος, εριστάφυλος, εριστέφανος, ερισφάραγος, ερίσφηλος, ερίτμητος, εριφεγγής, εριφλεγής, ερίφλοιος, ερίχρυσος, εριώδυνος, εριώπης
αρχ.-μσν.
εριαύχην μσν. ερίβοτρυς].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • έρι — (II) ἔρι, τὸ (Α) [έμον] άκλιτος τ. τής λ. έριον* …   Dictionary of Greek

  • Ἔρι — Ἔρις fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔρι — ἔρις strife fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔρι' — ἔρια , ἔριον wool neut nom/voc/acc pl ἔριο , ἔρομαι ask aor imperat mid 2nd sg (doric) ἔριο , ἔρομαι ask pres imperat mp 2nd sg (epic doric) ἔριο , ἔρομαι ask aor ind mid 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Έρι, Ρέτζιναλντ — (Sir Reginald Airey, ; – Αγγλία 1820). Άγγλος στρατηγός, διοικητής των Ιονίων Νήσων (1810 13). Η διοίκησή του χαρακτηρίστηκε συνετή. Αναδιάρθρωσε τα δικαστήρια, προστάτευσε τον κλήρο και έκανε αρκετά εξωραϊστικά έργα στην Κεφαλονιά και στη… …   Dictionary of Greek

  • Έρι, Τζορτζ Μπίντελ — (Sir George Bindel Airy, Άλνουικ, Νορθάμπερλαντ 1801 – Λονδίνο 1892). Άγγλος μαθηματικός και αστρονόμος. Σπούδασε στο κολέγιο του Κέιμπριτζ, όπου εξελέγη αρχικά καθηγητής των μαθηματικών (1826) και αργότερα καθηγητής της αστρονομίας (1828).… …   Dictionary of Greek

  • πατισ(σ)ερί — η άκλ. ζαχαροπλαστείο, κατάστημα που πουλά γλυκίσματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. patisserie] …   Dictionary of Greek

  • ἐρίγουν — ἐρί̱γουν , ῥιγέω shudder imperf ind act 3rd pl (attic epic doric) ἐρί̱γουν , ῥιγέω shudder imperf ind act 1st sg (attic epic doric) ἐρί̱γουν , ῥιγόω to be cold imperf ind act 3rd pl ἐρί̱γουν , ῥιγόω to be cold imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίγων — ἐρί̱γων , ῥιγόω to be cold imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἐρί̱γων , ῥιγόω to be cold imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίπτουν — ἐρί̱πτουν , ῥίπτω throw imperf ind act 3rd pl (attic epic doric) ἐρί̱πτουν , ῥίπτω throw imperf ind act 1st sg (attic epic doric) ῥιπτέω imperf ind act 3rd pl (attic epic doric) ῥιπτέω imperf ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.